στο λεξικό PONS
φ|εύγω <-υγα> [ˈfɛvɣɔ] VERB αμετάβ
1. φεύγω (με τα πόδια):
- φεύγω
- weggehen, gehen
2. φεύγω (τρέχοντας):
- φεύγω
- weglaufen
3. φεύγω (με όχημα):
- φεύγω
- wegfahren
4. φεύγω (τρένο: αναχωρώ):
- φεύγω
- abfahren
5. φεύγω (από το θέμα):
- φεύγω
- abweichen
φεύγω VERB
- φεύγω
- aufbrechen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φεύγω τρέχοντας
- weglaufen
- φεύγω έφιππος
- wegreiten
- φεύγω τρεχάτος
- davoneilen
- φεύγω από το λιμάνι
- (aus dem Hafen) auslaufen
- τα μαζεύω και φεύγω
- seine Sachen packen und gehen