στο λεξικό PONS
I. θηλά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [θiˈlazɔ] VERB μεταβ (βυζαίνω)
- θηλάζω
- stillen
II. θηλά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [θiˈlazɔ] VERB αμετάβ (ρουφώ)
- θηλάζω
- saugen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.