στο λεξικό PONS
I. βελτιώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [vɛltiˈɔnɔ] VERB μεταβ (κάνω καλύτερο)
- βελτιώνω
- verbessern
II. βελτιώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [vɛltiˈɔnɔ] VERB αμετάβ (γίνομαι καλύτερος)
- βελτιώνω
- sich bessern
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.