στο λεξικό PONS
ευθ|ύς1 <-εία, -ύ> [ɛfˈθis] ΕΠΊΘ
1. ευθύς (ίσιος):
- ευθύς
- gerade
- κινούμαι ευθέως
- sich geradlinig fortbewegen
2. ευθύς (άμεσος):
- ευθύς
- direkt
3. ευθύς (τίμιος):
- ευθύς
- ehrlich
ευθ|ύς2 <-> [ɛfˈθis] ΕΠΊΡΡ (αμέσως)
- ευθύς
- gleich, sofort
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ευθύς εξαρχής
- gleich zu Beginn
- ευθύς/πλάγιος λόγος
- direkte/indirekte Rede θηλ