στο λεξικό PONS
ισότητα [iˈsɔtita] SUBST θηλ
- ισότητα
- Gleichheit θηλ
- ισότητα ενώπιον/έναντι του νόμου
- Gleichheit θηλ vor dem Gesetz
- ισότητα των φύλων
- Gleichstellung θηλ der Geschlechter
- αρχή θηλ της ισότητας ΝΟΜ
- Gleichheitsgrundsatz αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ισότητα θηλ ευκαιριών ΠΟΛΙΤ, ΟΙΚΟΝ
- Chancengleichheit θηλ
- ισότητα των φύλων
- Gleichstellung θηλ der Geschlechter
- ισότητα ενώπιον/έναντι του νόμου
- Gleichheit θηλ vor dem Gesetz