στο λεξικό PONS
συνδυά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [sinðiˈazɔ] VERB μεταβ
- συνδυάζω
- kombinieren
- συνδυάζω το τερπνό μετά του ωφελίμου
- das Angenehme mit dem Nützlichen verbinden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συνδυάζω το τερπνό μετά του ωφελίμου
- das Angenehme mit dem Nützlichen verbinden