στο λεξικό PONS
εγκέφαλος [ɛɲˈɟɛfalɔs] SUBST αρσ
- εγκέφαλος
- Gehirn ουδ
- ηλεκτρονικός εγκέφαλος
- Computer αρσ
- κύτταρο ουδ εγκεφάλου
- Gehirnzelle θηλ
- κύτταρο ουδ εγκεφάλου
- Hirnzelle θηλ
- περιοχή θηλ του εγκεφάλου
- Hirngegend θηλ
- περιοχή θηλ του εγκεφάλου
- Gehirngegend θηλ
- πλύση θηλ εγκεφάλου
- Gehirnwäsche θηλ
- ύλη θηλ εγκεφάλου
- Gehirnmasse θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ηλεκτρονικός εγκέφαλος
- Computer αρσ