στο λεξικό PONS
επάγγελμα [ɛˈpaɲɟɛlma] SUBST ουδ
- επάγγελμα
- Beruf αρσ
- τι επάγγελμα κάνεις;
- was ist dein Beruf?
- είναι δικηγόρος το επάγγελμα
- er ist Rechtsanwalt von Beruf
- ασκώ ένα επάγγελμα
- einen Beruf ausüben
- κατ' επάγγελμα
- professionell
- κάνω κάτι επάγγελμα μτφ (το κάνω συνήθεια, κάτι κακό)
- aus etw ein Hobby machen
- ελεύθερο/ελευθέριο επάγγελμα
- freier Beruf αρσ
- κύριο επάγγελμα
- Hauptberuf αρσ
- δεύτερο επάγγελμα
- Zweitberuf αρσ
- χωρίς επάγγελμα
- berufslos
- αλλαγή θηλ επαγγέλματος
- Berufswechsel αρσ
- (ελεύθερη) εκλογή θηλ επαγγέλματος
- (freie) Berufswahl θηλ
- ελευθερία θηλ εκλογής επαγγέλματος
- Berufsfreiheit θηλ
επάγγελμα SUBST
- στο επάγγελμα
- im Beruf
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επάγγελμα ουδ φροντίδας
- Pflegeberuf αρσ
- καλλιτεχνικό επάγγελμα
- künstlerischer Beruf αρσ
- κατ' επάγγελμα
- professionell
- κύριο επάγγελμα
- Hauptberuf αρσ
- δεύτερο επάγγελμα
- Zweitberuf αρσ