στο λεξικό PONS
ξεφυλλί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ksɛfiˈlizɔ] VERB μεταβ
1. ξεφυλλίζω (φυτό):
- ξεφυλλίζω
- entblättern
2. ξεφυλλίζω (βιβλίο):
- ξεφυλλίζω
- durchblättern
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.