στο λεξικό PONS
υποχρεώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ipɔxrɛˈɔnɔ] VERB μεταβ
1. υποχρεώνω (επιβάλλω κάτι σε κάποιον):
- υποχρεώνω
- verpflichten
2. υποχρεώνω (προκαλώ ευγνωμοσύνη):
- υποχρεώνω
- zu Dank verpflichten
3. υποχρεώνω (αναγκάζω):
- υποχρεώνω
- zwingen
- υποχρεώθηκα να …
- ich war gezwungen zu …
υποχρεώνω VERB
- Σας είμαι πολύ υποχρεωμένος.
- Ich bin Ihnen sehr verbunden.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.