στο λεξικό PONS
διερευν|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ðiɛrɛvˈnɔ] VERB μεταβ
1. διερευνώ (το σύμπαν, την αγορά):
- διερευνώ
- erforschen
2. διερευνώ (μια υπόθεση):
- διερευνώ
- untersuchen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.