στο λεξικό PONS
απόγευμα [aˈpɔjɛvma], απόγεμα [aˈpɔjɛma] SUBST ουδ
- απόγευμα
- Nachmittag αρσ
- το απόγευμα
- am Nachmittag
- νωρίς/αργά το απόγευμα
- am frühen/späten Nachmittag
καλό [kaˈlɔ] SUBST ουδ
- καλό
- Gute(s) ουδ
- το καλό και το κακό
- Gut und Böse
- ξεχωρίζω το καλό από το κακό
- das Gute vom Bösen unterscheiden
- μα θέλω το καλό σου!
- ich will doch nur dein Bestes!
- για το καλό των παιδιών
- den Kindern zuliebe
- πιες ένα τσάι, θα σου κάνει καλό
- trink einen Tee, das wird dir guttun
- κάνει καλό στην υγεία
- es ist gut für die Gesundheit
- με το καλό
- freundschaftlich
- αυτή η υπόθεση σου βγήκε σε καλό
- diese Sache ist gut für dich ausgegangen
- για καλό και για κακό
- für alle Fälle
- στο καλό!
- Wiedersehen, und alles Gute!
καλό SUBST
- παίρνω κάποιον με το καλό
- jdm gut zureden
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.