στο λεξικό PONS
ποντίκι [pɔnˈdici] SUBST ουδ, ποντικός [pɔndiˈkɔs] SUBST αρσ
1. ποντίκι:
- ποντίκι
- Maus θηλ
- ποντικός των αγρών
- Feldmaus θηλ
- άτριχο ποντίκι ΓΕΝΕΤ
- nackte Maus θηλ
- είσαι σαν λαδωμένος ποντικός οικ
- du hast ganz fettige Haare
2. ποντίκι Η/Υ:
- ποντίκι
- Maus θηλ
- ασύρματο ποντίκι
- Funkmaus θηλ
- μηχανικό/οπτικό ποντίκι
- mechanische/optische Maus θηλ
- ποντίκι με ρόδα
- Maus θηλ mit Scrollrad
3. ποντίκι (αρουραίος):
- ποντίκι
- Ratte θηλ
4. ποντίκι (μυς):
- ποντίκι
- Muskel αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ασύρματο ποντίκι
- Funkmaus θηλ
- άτριχο ποντίκι ΓΕΝΕΤ
- nackte Maus θηλ
- κλικ με το ποντίκι
- Mausklick αρσ
- βάση για ποντίκι
- Mauspad ουδ
- ποντίκι με ρόδα
- Maus θηλ mit Scrollrad