στο λεξικό PONS
τυπώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [tiˈpɔnɔ] VERB μεταβ
1. τυπώνω ΤΥΠΟΓΡ:
- τυπώνω
- drucken
2. τυπώνω (σε σκληρή ύλη):
- τυπώνω
- prägen
- τυπώνω κάτι (στο μυαλό μου)
- sich δοτ etw einprägen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τυπώνω κάτι (στο μυαλό μου)
- sich δοτ etw einprägen