στο λεξικό PONS
μυρωδιά [mirɔˈðja], μυρουδιά [miruˈðja] SUBST θηλ
1. μυρωδιά:
- μυρωδιά
- Geruch αρσ
- με πήρε η μυρωδιά απ'τα κρεμμύδια
- ich habe die Zwiebeln gerochen
- μου ήρθε μια μυρωδιά ψησταριάς
- ich habe plötzlich einen Grill gerochen
- παίρνω μυρωδιά κάτι
- von etw Wind bekommen
- παίρνω μυρωδιά κάποιον
- jdn durchschauen
2. μυρωδιά (ειδικά ευχάριστη):
- μυρωδιά
- Duft αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παίρνω μυρωδιά κάτι
- von etw Wind bekommen
- παίρνω μυρωδιά κάποιον
- jdn durchschauen
- μου ήρθε μια μυρωδιά ψησταριάς
- ich habe plötzlich einen Grill gerochen
- με πήρε η μυρωδιά απ'τα κρεμμύδια
- ich habe die Zwiebeln gerochen