στο λεξικό PONS
I. αν|αλαβαίνω [analaˈvɛnɔ], αν|αλαμβάνω [analaɱˈvanɔ] <-άλαβα [ή -έλαβα], -αλήφθηκα, -ειλημμένος> VERB μεταβ
1. αναλαβαίνω (δουλειά, ευθύνη, επιχείρηση):
- αναλαβαίνω
- übernehmen
- αναλαβαίνω επίθεση
- in die/zur Offensive übergehen
- αναλήφθηκε στους ουρανούς
- er hat sich in Luft aufgelöst
- αναλαβαίνω κάποιον υπό την προστασία μου
- jdn in seine Obhut nehmen
2. αναλαβαίνω (ταξίδι, αξίωμα):
- αναλαβαίνω
- antreten
3. αναλαβαίνω (χρήματα από τράπεζα):
- αναλαβαίνω
- abheben
II. αν|αλαβαίνω [analaˈvɛnɔ], αν|αλαμβάνω [analaɱˈvanɔ] <-άλαβα [ή -έλαβα], -αλήφθηκα, -ειλημμένος> VERB αμετάβ (ανακτώ τις δυνάμεις μου)
- αναλαβαίνω
- sich erholen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αναλαμβάνω αξίωμα
- ein Amt antreten
- αναλαμβάνω επίθεση
- in die Offensive/zur Offensive übergehen
- αναλαμβάνω υπηρεσία
- einen Dienst antreten
- αναλαμβάνω την αρχηγία
- die Führung übernehmen +γεν +γεν
- αναλαμβάνω την ευθύνη για κάτι
- die Verantwortung für etw übernehmen