στο λεξικό PONS
παραιτ|ούμαι <-ήθηκα, -ημένος> [parɛˈtumɛ] VERB αυτοπ ρήμα
1. παραιτούμαι (από δικαίωμα):
- παραιτούμαι από κάτι
- auf etw αιτ verzichten
2. παραιτούμαι (από αξίωμα):
- παραιτούμαι από ένα αξίωμα
- von einem Amt zurücktreten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παραιτούμαι από ένα αξίωμα
- von einem Amt zurücktreten
- παραιτούμαι από κάτι
- auf etw αιτ verzichten
- παραιτούμαι από το αξίωμά μου
- sein Amt niederlegen