στο λεξικό PONS
νυσταγμέν|ος <-η, -ο> [nistaɣˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
- νυσταγμένος
- schläfrig
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- νυμφεύομαι
- νύμφη
- νυμφικός
- νυμφίος
- νυμφομανής
- νυσταγμένος
- νυσταγμός
- νυστάζω
- νυσταλέος
- νυστέρι
- νύφη