στο λεξικό PONS
I. ωφελ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ɔfɛˈlɔ] VERB μεταβ
- ωφελώ
- nützen
- ποιον ωφελεί;
- wem nützt das?
- δεν ωφελεί να ξαναπάμε
- es nützt nichts, noch einmal hinzugehen
- τι ωφελεί να …;
- was nützt es, zu …
II. ωφελούμαι VERB αυτοπ ρήμα
- ωφελούμαι από κάτι
- aus einer Sache Nutzen ziehen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.