στο λεξικό PONS
εστιατόριο [ɛstiaˈtɔriɔ] SUBST ουδ
- εστιατόριο
- Restaurant ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βαγόνι εστιατόριο, βαγόνι τραπεζαρία
- Speisewagen αρσ
- το εστιατόριο αυτό έχει ωραία ατμόσφαιρα
- in diesem Restaurant herrscht eine angenehme Atmosphäre
- μάλλον αργά είναι τώρα για το εστιατόριο
- fürs Restaurant ist es jetzt wohl zu spät
- πάμε σε άλλο εστιατόριο, εδώ κοπανάν άσχημα
- gehen wir in ein anderes Restaurant, die hier sind Halsabschneider
Αναζήτηση στο λεξικό
- Έσση
- εσταυρωμένος
- έστειλ-
- εστεμμένος
- εστέρας
- εστιατόριο
- εστραγκόν
- έστω
- εσύ
- εσφαλμένος
- εσχάρα