στο λεξικό PONS
έκτασ|η <-εις> [ˈɛktasi] SUBST θηλ
1. έκταση (διαστάσεις, εμβαδόν, άπλωμα):
- έκταση
- Ausdehnung θηλ
- σ' όλη του την έκταση
- in seiner ganzen Ausdehnung
2. έκταση (επιφάνειας):
- έκταση
- Fläche θηλ
3. έκταση (περιοχή):
- έκταση
- Gebiet ουδ
- δασική έκταση
- Waldgebiet ουδ
4. έκταση μτφ (ζημιών, σημαντικότητα, μέγεθος):
- έκταση
- Ausmaß αρσ
- δίνω έκταση σε μια υπόθεση
- einer Sache größere Ausmaße verleihen
- παίρνω έκταση
- größere Ausmaße annehmen
- εν εκτάσει
- in aller Ausführlichkeit θηλ
5. έκταση μτφ (γνώσεων):
- έκταση
- Umfang αρσ
6. έκταση ΜΟΥΣ (φωνής, οργάνου):
- έκταση
- Tonumfang αρσ
- μουσική έκταση
- Tonumfang αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- έκταση θηλ ευθύνης
- Haftungsumfang αρσ
- δασική έκταση
- Waldgebiet ουδ
- παίρνω έκταση
- größere Ausmaße annehmen
- μουσική έκταση
- Tonumfang αρσ
- γεωργική έκταση
- landwirtschaftlich genutzte Fläche θηλ