στο λεξικό PONS
δηλώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ðiˈlɔnɔ] VERB μεταβ
1. δηλώνω (γνωστοποιώ επίσημα):
- δηλώνω
- erklären
- δηλώνω συμμετοχή σε κάτι (σε διαγωνισμό κτλ)
- sich bei etw δοτ anmelden
2. δηλώνω (γνωστοποιώ στην αστυνομία, σε διευθυντή κτλ):
- δηλώνω σε κάποιον
- melden jdm
3. δηλώνω (αυτοκίνητο, μαθητή):
- δηλώνω
- anmelden
4. δηλώνω (στο τελωνείο):
- έχετε τίποτα να δηλώσετε;
- haben Sie etwas zu verzollen?
5. δηλώνω (σημαίνω):
- δηλώνω
- angeben
- τι δηλώνει αυτό το σύμβολο;
- was gibt dieses Zeichen an?
δηλώνω SUBST
- δηλώνω (αιτούμαι)
- beantragen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δηλώνω συμμετοχή σε κάτι (σε διαγωνισμό κτλ)
- sich bei etw δοτ anmelden
- δηλώνω κάτι στο τελωνείο
- etw zur Verzollung anmelden