στο λεξικό PONS
διαβά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ðjaˈvazɔ] VERB μεταβ
1. διαβάζω Η/Υ:
- διαβάζω
- lesen
- διαβάζω δυνατά
- laut lesen
- διαβάζω κάτι στα πεταχτά
- etw überfliegen
- αυτό δε διαβάζεται
- das kann man nicht lesen
- διαβάζω κάτω από τις λέξεις μτφ
- zwischen den Zeilen lesen
2. διαβάζω (για άλλον):
- διαβάζω
- vorlesen
- τους διάβασε ένα παραμύθι
- er las ihnen ein Märchen vor
3. διαβάζω (για σπουδαστή: μελετώ):
- διαβάζω
- lernen
4. διαβάζω (μαντεύω):
- διαβάζω κάτι στα μάτια/στο πρόσωπο κάποιου
- jdm etw von den Augen/vom Gesicht ablesen
- διαβάζω τη σκέψη κάποιου
- jds Gedanken lesen
- διαβάζω την παλάμη/το χέρι κάποιου
- jdm aus der Hand lesen
- διαβάζω τα χείλη
- lippenlesen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διαβάζω δυνατά
- laut lesen
- διαβάζω κάτι στα πεταχτά
- etw überfliegen
- διαβάζω τη σκέψη κάποιου
- jds Gedanken lesen
- διαβάζω τα χείλη
- lippenlesen
- διαβάζω κάτω από τις λέξεις μτφ
- zwischen den Zeilen lesen