στο λεξικό PONS
περίεργ|ος <-η, -ο> [pɛˈriɛrɣɔs] ΕΠΊΘ
1. περίεργος (που κατέχεται από περιέργεια):
- περίεργος
- neugierig
- ήταν περίεργος να ακούσει τη γνώμη μου
- er war neugierig darauf, meine Meinung zu hören
- μην είσαι τόσο περίεργος!
- sei nicht so neugierig!
2. περίεργος (παράξενος, μυστήριος):
- περίεργος
- merkwürdig
- το περίεργο είναι ότι …
- das Merkwürdige daran ist, dass …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μην είσαι τόσο περίεργος!
- sei nicht so neugierig!
- ήταν περίεργος να ακούσει τη γνώμη μου
- er war neugierig darauf, meine Meinung zu hören