στο λεξικό PONS
I. ξυπν|ώ <-άς, -ησα, -ημένος> [ksipˈnɔ] VERB μεταβ (αφυπνίζω)
- ξυπνώ
- wecken, aufwecken
II. ξυπν|ώ <-άς, -ησα, -ημένος> [ksipˈnɔ] VERB αμετάβ (αφυπνίζομαι)
- ξυπνώ
- aufwachen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ξυπνώ με ένα σκίρτημα (φόβου)
- aus dem Schlaf hochschrecken