στο λεξικό PONS
δράστης [ˈðrastis] SUBST αρσ, δράστιδα [ˈðrastiða], δράστρια [ˈðrastria] SUBST θηλ
- δράστης
- Täter(in) αρσ (θηλ)
- έμμεσος δράστης ΝΟΜ
- mittelbarer Täter αρσ
- ευθύνη θηλ του δράστη
- Täterverantwortung θηλ
- ταυτότητα θηλ του δράστη
- Täteridentität θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- έμμεσος δράστης ΝΟΜ
- mittelbarer Täter αρσ
- ο δράστης παραμένει ασύλληπτος
- der Täter ist noch auf freiem Fuß