στο λεξικό PONS
τελικ|ός <-ή, -ό> [tɛliˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. τελικός:
- τελικός
- End-
2. τελικός ΓΛΩΣΣ:
- τελικός
- final, Final-
- τελική πρόταση
- Finalsatz αρσ
3. τελικός ΑΘΛ:
- τελικός
- Final-
- τελικός (αγώνας)
- Finalspiel ουδ
- τελικός (αγώνας)
- Finale ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τελικός (αγώνας)
- Finalspiel ουδ
- τελικός αγώνας
- Finalspiel ουδ