στο λεξικό PONS
πίστη [ˈpisti] SUBST θηλ
1. πίστη (πεποίθηση):
- πίστη σε κάποιον/κάτι
- Glaube αρσ an jdn/etw
- δίνω πίστη σε κάτι
- einer Sache Glauben schenken
- μου βγήκε η πίστη να το τελειώσω
- ich habe mich richtig abgemüht, es fertig zu bekommen
- δημόσια πίστη ΝΟΜ
- öffentlicher Glaube θηλ
2. πίστη (εμπιστοσύνη):
- πίστη σε κάποιον/σε κάτι
- Vertrauen ουδ zu jdm/auf etw αιτ
- ενεργώ με καλή πίστη ΝΟΜ
- in gutem Glauben handeln
- προστασία θηλ της καλής πίστης ΝΟΜ
- Gutglaubensschutz αρσ
- καλή/κακή πίστη ΝΟΜ
- guter/böser Glaube αρσ
3. πίστη (ζευγαριού):
- πίστη
- Treue θηλ
4. πίστη:
- πίστη ΟΙΚΟΝ, ΧΡΗΜΑΤΟΠ
- Kredit αρσ
- αγροτική πίστη
- Agrarkredit αρσ
- βιομηχανική πίστη
- Industriedarlehen ουδ
- βιομηχανική πίστη
- Industriekredit αρσ
- εμπορική πίστη
- Handelskredit αρσ
- καταναλωτική πίστη
- Konsumentenkredit αρσ
- κτηματική πίστη
- Immobilienkredit αρσ
- εταιρεία θηλ κτηματικής πίστης
- Bausparkasse θηλ
- στεγαστική πίστη
- Baukredit αρσ
- εταιρεία θηλ στεγαστικής πίστης
- Bausparkasse θηλ
- έλεγχος αρσ πίστης
- Kreditkontrolle θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αγροτική πίστη
- Agrarkredit αρσ
- δημόσια πίστη ΝΟΜ
- öffentlicher Glaube θηλ
- βιομηχανική πίστη
- Industriedarlehen ουδ
- εμπορική πίστη
- Handelskredit αρσ
- καταναλωτική πίστη
- Konsumentenkredit αρσ