στο λεξικό PONS
γέφυρα [ˈjɛfira] SUBST θηλ
1. γέφυρα:
- γέφυρα
- Brücke θηλ
- κινητή γέφυρα
- Zugbrücke θηλ
- κρεμαστή γέφυρα
- Hängebrücke θηλ
- πλωτή γέφυρα
- schwimmende Brücke θηλ
- σταθερή γέφυρα
- feste Brücke θηλ
- χερσαία γέφυρα
- Landbrücke θηλ
- γέφυρα ανόδου ΗΛΕΚ
- Anodenbrücke θηλ
- γέφυρα δικτύων Η/Υ
- Bridge θηλ
- κόβω/γκρεμίζω τις γέφυρες με κάποιον
- alle Beziehungen zu jdm abbrechen
2. γέφυρα ΝΑΥΣ:
- γέφυρα
- Kommandobrücke θηλ
γέφυρα SUBST
- γέφυρα δοντιών θηλ ΙΑΤΡ
- Zahnbrücke θηλ
- γέφυρα θηλ ΙΑΤΡ
- Brücke θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βοηθητική γέφυρα
- Behelfsbrücke θηλ
- κρεμαστή γέφυρα
- Hängebrücke θηλ
- χερσαία γέφυρα
- Landbrücke θηλ
- κινητή γέφυρα
- Zugbrücke θηλ
- πλωτή γέφυρα
- schwimmende Brücke θηλ