στο λεξικό PONS
ε|γγράφω <-νέγραψα, -γγράφ(τ)ηκα, -γγεγραμμένος [ή -γγραμμένος] > [ɛŋˈɣrafɔ] VERB μεταβ
1. εγγράφω (καταχωρίζω):
- εγγράφω
- eintragen
2. εγγράφω (σε σχολή):
- εγγράφω
- einschreiben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εγγράφω κάτι στο παθητικό ΟΙΚΟΝ
- etw passivieren