στο λεξικό PONS
I. δι|αρρέω <-έρρευσα> [ðiaˈrɛɔ] VERB μεταβ
1. διαρρέω (ποταμός):
- διαρρέω
- durchströmen
2. διαρρέω (αέριο: διαπερνώ από πόρους):
- διαρρέω
- durchströmen
3. διαρρέω (υγρό: περνώ σιγά σιγά):
- διαρρέω
- durchsickern
4. διαρρέω μτφ (πληροφορίες):
- διαρρέω
- durchsickern
II. δι|αρρέω <-έρρευσα> [ðiaˈrɛɔ] VERB αμετάβ (χρόνος: παρέρχομαι)
- διαρρέω
- vergehen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.