στο λεξικό PONS
I. κροταλί|ζω <-σα> [krɔtaˈlizɔ] VERB αμετάβ
1. κροταλίζω (ξυλάκια κτλ):
- κροταλίζω
- klappern
2. κροταλίζω (γυαλικά):
- κροταλίζω
- klirren
II. κροταλί|ζω <-σα> [krɔtaˈlizɔ] VERB μεταβ
- κροταλίζω κάτι
- mit etw klappern
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κροταλίζω κάτι
- mit etw klappern