στο λεξικό PONS
I. ανά|βω <-ψα, -φτηκα, -μμένος> [aˈnavɔ] VERB μεταβ
1. ανάβω (κερί, σπίρτο):
- ανάβω
- anzünden
- ανάβω ένα χαστούκι σε κάποιον
- jdm eine scheuern
- ανάβω φωτιά/φωτιές σε κάποιον
- jdm großen Ärger machen
- την ανάβω σε κάποιον (πυροβολώ)
- nach jdm schießen
- την ανάβω σε κάποιον (χαστουκίζω)
- jdm eine scheuern
2. ανάβω (φως):
- ανάβω
- anmachen
3. ανάβω (τηλεόραση):
- ανάβω
- einschalten, anmachen
4. ανάβω μτφ (ερεθίζω):
- ανάβω
- erregen
II. ανά|βω <-ψα, -φτηκα, -μμένος> [aˈnavɔ] VERB αμετάβ
1. ανάβω (παίρνω φωτιά: σπίρτο, δίνω φως: λάμπα):
- ανάβω
- angehen
- μου άναψαν τα αίματα
- mir kochte das Blut in den Adern
- ανάβει η συζήτηση
- die Diskussion kommt in Fahrt
- άναψαν οι γραμμές ΤΗΛ
- die Leitungen laufen heiß
2. ανάβω μτφ (ερεθίζομαι):
- ανάβω
- sich erregen
- μου ανάβουν τα λαμπάκια οικ
- auf die Palme gehen
- ανάβω και κορώνω
- (wie eine Rakete) hochgehen, fast explodieren
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- την ανάβω σε κάποιον (πυροβολώ)
- nach jdm schießen
- ανάβω και κορώνω
- (wie eine Rakete) hochgehen, fast explodieren
- ανάβω ένα χαστούκι σε κάποιον
- jdm eine scheuern
- ανάβω φωτιά/φωτιές σε κάποιον
- jdm großen Ärger machen