στο λεξικό PONS
ηλεκτρολόγος [ilɛktrɔˈlɔɣɔs] SUBST mf
1. ηλεκτρολόγος (τεχνίτης):
- ηλεκτρολόγος
- Elektriker(in) αρσ (θηλ)
2. ηλεκτρολόγος (μηχανολόγος):
- ηλεκτρολόγος
- Elektroingenieur(in) αρσ (θηλ)
- ηλεκτρολόγος μηχανικός
- Elektroingenieur(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ηλεκτρολόγος μηχανικός
- Elektroingenieur(in) αρσ (θηλ)