στο λεξικό PONS
I. τσού|ζω <-ξα> [ˈtsuzɔ] VERB αμετάβ (πληγή, φάρμακο, μάτια)
- τσούζω
- brennen
II. τσού|ζω <-ξα> [ˈtsuzɔ] VERB μεταβ
1. τσούζω μτφ (θίγω, πονώ):
- τσούζω κάποιον
- wehtun jdm
ιδιωτισμοί:
- το/τα τσούζω
- sich betrinken
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- το/τα τσούζω
- sich betrinken