στο λεξικό PONS
I. χειραφετ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [çirafɛˈtɔ] VERB μεταβ
- χειραφετώ
- emanzipieren
II. χειραφετούμαι VERB αυτοπ ρήμα
- χειραφετούμαι
- sich emanzipieren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.