στο λεξικό PONS
μόλυνσ|η <-εις> [ˈmɔlinsi] SUBST θηλ
1. μόλυνση (ρύπανση):
- μόλυνση
- Verschmutzung θηλ
- μόλυνση της ατμόσφαιρας
- Luftverschmutzung θηλ
- εργασιακή μόλυνση
- Schadstoffe αρσ πλ am Arbeitsplatz
- μόλυνση του περιβάλλοντος
- Umweltverschmutzung θηλ
- μόλυνση υδάτων
- Wasserverschmutzung θηλ
- ραδιενεργός μόλυνση
- radioaktive Verseuchung θηλ
2. μόλυνση ΙΑΤΡ:
- μόλυνση
- Infektion θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ατμοσφαιρική μόλυνση
- Luftverschmutzung θηλ
- μόλυνση υδάτων
- Wasserverschmutzung θηλ
- εργασιακή μόλυνση
- Schadstoffe αρσ πλ am Arbeitsplatz
- ραδιενεργός μόλυνση
- radioaktive Verseuchung θηλ
- μόλυνση θηλ της ατμόσφαιρας
- Luftverschmutzung θηλ