στο λεξικό PONS
I. εξοικειώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ɛksiciˈɔnɔ] VERB μεταβ
- εξοικειώνω κάποιον με κάτι
- jdn mit etw vertraut machen
II. εξοικειώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
- εξοικειώνομαι με κάτι
- sich mit etw vertraut machen
- εξοικειώνομαι με μια νέα δουλειά
- sich einarbeiten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εξοικειώνω κάποιον με κάτι
- jdn mit etw vertraut machen