στο λεξικό PONS
I. ξέν|ος <-η, -ο> [ˈksɛnɔs] ΕΠΊΘ
1. ξένος (όχι του τόπου, άγνωστος, που ανήκει σε άλλον):
- ξένος
- fremd
- σε ξένες υποθέσεις να μην ανακατεύεσαι
- misch dich nicht in fremde Angelegenheiten ein
- μου είναι ξένο
- es ist mir fremd
- ξένη γλώσσα
- Fremdsprache θηλ
2. ξένος (άλλης χώρας):
- ξένος
- ausländisch
II. ξέν|ος <-η, -ο> [ˈksɛnɔs] SUBST αρσ/θηλ
1. ξένος (ο μη ντόπιος, άγνωστος):
- ξένος
- Fremde(r) mf
2. ξένος (ο αλλοδαπός):
- ξένος
- Ausländer(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υπάρχει ξένος δάκτυλος στην υπόθεση
- jemand hat seine Finger im Spiel