στο λεξικό PONS
I. στερ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [stɛˈrɔ] VERB μεταβ
- στερώ
- berauben
- μου στέρησε την ελευθερία μου
- er hat mich meiner Freiheit γεν beraubt
II. στερ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [stɛˈrɔ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
- στερούμαι
- entbehren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.