στο λεξικό PONS
προσ|κρούω <-έκρουσα> [prɔsˈkruɔ] VERB αμετάβ
1. προσκρούω:
- προσκρούω σε
- stoßen gegen
2. προσκρούω μτφ (σε δυσκολίες):
- προσκρούω σε
- stoßen auf +αιτ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.