στο λεξικό PONS
αποφασισμέν|ος <-η, -ο> [apɔfasizˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
- αποφασισμένος
- fest entschlossen
- είναι αποφασισμένος να γίνει πιλότος
- er ist fest entschlossen, Pilot zu werden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι αποφασισμένος να γίνει πιλότος
- er ist fest entschlossen, Pilot zu werden