στο λεξικό PONS
κερ|νώ <-νάς, -ασα, -άστηκα, -ασμένος> [cɛrˈnɔ] VERB μεταβ
1. κερνώ (χύνω σε ποτήρι):
- κερνώ
- einschenken
2. κερνώ (προσφέρω):
- κερνώ
- anbieten
3. κερνώ (δίνω σε λογαριασμό μου):
- κερνώ κάποιον κάτι
- spendieren jdm etw
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.