στο λεξικό PONS
I. εκδι|κούμαι [ɛkðiˈkumɛ], εκδι|κιέμαι [ɛkðiˈcɛmɛ] <-κήθηκα, -κημένος> VERB αποθ ρήμα μεταβ
- εκδικούμαι κάποιον για κάτι
- sich an jdm für etw rächen
- θα τον εκδικηθώ
- ich werde mich an ihm rächen
II. εκδι|κούμαι [ɛkðiˈkumɛ], εκδι|κιέμαι [ɛkðiˈcɛmɛ] <-κήθηκα, -κημένος> VERB αυτοπ ρήμα
- εκδικούμαι για κάτι
- sich für etw rächen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εκδικούμαι κάποιον για κάτι
- sich an jdm für etw rächen
- εκδικούμαι για κάτι
- sich für etw rächen