στο λεξικό PONS
I. συλλέκτης (συλλέκτρια) [siˈlɛktis, siˈlɛktria] SUBST αρσ/θηλ (θηλ)
- συλλέκτης (συλλέκτρια)
- Sammler(in) αρσ (θηλ)
- συλλέκτης γραμματοσήμων
- Briefmarkensammler αρσ
II. συλλέκτης (συλλέκτρια) [siˈlɛktis, siˈlɛktria] SUBST αρσ (θηλ) ΜΗΧΑΝΙΚΉ
- συλλέκτης (συλλέκτρια)
- Kollektor αρσ
- ηλιακός συλλέκτης
- Sonnenkollektor αρσ
- ηλιακός συλλέκτης
- Solarkollektor αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συλλέκτης γραμματοσήμων
- Briefmarkensammler αρσ
- ηλιακός συλλέκτης
- Sonnenkollektor αρσ