στο λεξικό PONS
ωφέλεια [ɔˈfɛlia] SUBST θηλ
- ωφέλεια
- Nutzen αρσ
- έχω ωφέλεια από κάτι
- Nutzen aus einer Sache ziehen
- κοινή ωφέλεια
- Gemeinnützigkeit θηλ
- κοινής ωφέλειας
- gemeinnützig
- επιχείρηση θηλ κοινής ωφέλειας
- Versorgungsbetrieb αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κοινή ωφέλεια
- Gemeinnützigkeit θηλ
- έχω ωφέλεια από κάτι
- Nutzen aus einer Sache ziehen