στο λεξικό PONS
γελοί|ος <-α,-ο> [jɛˈliɔs] ΕΠΊΘ
- γελοίος
- lächerlich
- γίνομαι γελοίος
- sich lächerlich machen
- μη γίνεσαι γελοίος
- sei nicht lächerlich
- το γελοίο μιας υπόθεσης
- das Lächerliche an einer Sache
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γίνομαι γελοίος
- sich lächerlich machen
- μη γίνεσαι γελοίος
- sei nicht lächerlich