στο λεξικό PONS
ανταπ|οδίδω [andapɔˈðiðɔ], ανταπ|οδίνω [andapɔˈðinɔ] <-έδωσα, -οδόθηκα, -οδομένος> VERB μεταβ
1. ανταποδίδω (επίσκεψη, χαιρετισμό):
- ανταποδίδω
- erwidern
2. ανταποδίδω (κακό):
- ανταποδίδω
- vergelten
- ανταποδίδω τα ίσα
- jdm etw in/mit gleicher Münze heimzahlen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ανταποδίδω μια επίσκεψη
- einen Besuch erwidern
- ανταποδίδω τα ίσα
- jdm etw in/mit gleicher Münze heimzahlen