στο λεξικό PONS
ειρωνεία [irɔˈnia] SUBST θηλ
- ειρωνεία
- Ironie θηλ
- μιλώ με ειρωνεία
- ironisch sein
- σταμάτα τις ειρωνείες!
- hör auf, dich darüber lustig zu machen!
- ειρωνεία της τύχης
- Ironie θηλ des Schicksals
- τραγική ειρωνεία
- tragische Ironie θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τραγική ειρωνεία
- tragische Ironie θηλ
- μιλώ με ειρωνεία
- ironisch sein
- ειρωνεία της τύχης
- Ironie θηλ des Schicksals