στο λεξικό PONS
π|αύω <-αψα> [ˈpavɔ] VERB μεταβ/αμετάβ
1. παύω (σταματώ):
- παύω κάτι
- mit etw aufhören
- παύω να κάνω κάτι
- aufhören, etw zu tun
2. παύω (πληρωμές, τροφοδοτήσεις):
- παύω
- einstellen
3. παύω (απολύω):
- παύω
- entlassen
4. παύω (σιωπώ):
- πάψε!
- sei still!